Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εμπορικό Πλεόνασμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εμπορικό Πλεόνασμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011

ΜΙΑ ΕΞΙΣΩΣΗ... 1000 ΛΕΞΕΙΣ (Part 3)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ)

Μέχρι τώρα, με βάση τα 2 προηγούμενα άρθρα, είδαμε ότι η επιλογή και η επιμονή σε μια αδιέξοδη οικονομική πολιτική οδηγεί σε στρέβλωση των βασικών μεγεθών μιας οικονομίας. Και εδώ πλέον εισέρχεται το ερώτημα τι θα μπορούσε να γίνει διαφορετικό;

Αν το θέμα εξεταστεί κυρίως και μόνο από οικονομικής απόψεως, την λύση την δίνει ίδια η θεωρία μέσω της εξίσωσης του εισοδήματος Y = C + I + G + X M. Την πρώτη απάντηση την δίνει το Χ –Μ  καθώς λογική «αναδεικνύω» τα ελληνικά προϊόντα και «προτιμώ» αυτά οδηγούν σε μείωση των εισαγωγών τουλάχιστον σε αγαθά τα οποία μπορούν να παραχθούν και εγχώρια (π.χ. ζαρζαβατικά, κρασί, λάδι, γάλα, τυροκομικά, κρέατα,  βαμβάκι, καπνά κ.α.). Παράλληλα η υιοθέτηση μιας καμπάνιας διαφήμισης (κυρίως από μεριάς των αγροτικών συνεταιρισμών) και έντονης προώθησης των ελληνικών προϊόντων προς τα έξω καθώς επίσης και δημιουργία συγκριτικού πλεονεκτήματος μέσω της ειδίκευσης (π.χ. ηλιακή και αιολική ενέργεια, εκτροφή σαλιγκαριών – αποτελούν έδεσμα σε Γαλλία με τεράστια ζήτηση, καλλιέργεια μανιταριών και τυποποίησή τους κ.α. Για όλα αυτά υπάρχουν κοινοτικά κονδύλια που χρηματοδοτούν έως και 50% του κόστους της επένδυσης). Αυτά οδηγούν σε αύξηση των εξαγωγών και συνολικά σε εμπορικό πλεόνασμα (άρα Χ –Μ > 0).

Το κράτος θα πρέπει να εξορθολογήσει την λειτουργία του, αυτό σημαίνει πώς για να γίνει αποτελεσματικό θα πρέπει να καθιερώσει ένα πλαίσιο επενδύσεων τύπου fast track με κίνητρα την ελάχιστη γραφειοκρατία, την επιτάχυνση των διαδικασιών αξιολόγησης επενδυτικών σχεδίων και ελαστικότερους φορολογικούς συντελεστές. Μια σκέψη θα ήταν η μείωση του φόρου των επιχειρήσεων με παράλληλη όμως αύξηση των προσλήψεων (κατά το ποσό μείωσης του φόρου δηλ. π.χ. -5% στο φόρο +5% στις προλήψεις) με ελάχιστη σύμβαση 1 χρόνου (επιχειρησιακού τύπου σύμβασης). Επίσης για τον επαναπατρισμό των κεφαλαίων θα μπορούσε να υπάρξει κάποιος διακανονισμός με τις επιχειρήσεις ή τους μεγαλοκαταθέτες του τύπου – μείωση του φόρου καταθέσεων σε επίπεδα ανταγωνιστικά σε σχέση με την Ελβετία (ή με άλλους φορολογικούς παραδείσους) με αντάλλαγμα την αγορά, από μεριάς επιχειρήσεων και μεγαλοκαταθετών, εντόκων γραμματίων του ελληνικού δημοσίου 6μηνης (τουλάχιστον) διάρκειας με επιτόκιο χαμηλότερο από εκείνο της αγοράς. Με όλα αυτά τα μέτρα εξασφαλίζεται η αύξηση της κατανάλωσης (C) μέσω της αύξησης της απασχόλησης ενώ οι επενδύσεις (I) αποκτούν ένα ευέλικτο χαρακτήρα που επιταχύνει έτσι τους ρυθμούς ανάκτησης της αγοράς και αυξάνουν ακόμα περισσότερο την πιθανότητα θετικών ρυθμών ανάπτυξης.

Τέλος υπάρχει και το θέμα των δημοσίων δαπανών (G). Εδώ, όπως προαναφέρθηκε και παραπάνω, θα πρέπει να υπάρξει αναδιάρθρωση των δαπανών. Δυστυχώς το τεράστιο μέγεθος του δημοσίου τομέα κάνει επιτακτική την μείωση του μέσω μιας μορφής εφεδρείας που να συνοδεύεται από υποχρεωτική συνταξιοδότηση για τρίτη ηλικία π.χ. από 60 ετών και άνω, εθελοντική για μεσήλικες (από 50 ετών και άνω) ή υπαγωγή σε καθεστώς εφεδρείας με καταβολή του 60% του βασικού μισθού και τέλος για τις ηλικίες από 49 ετών και κάτω, εκτενής ετήσια αξιολόγηση των υπαλλήλων (στα πρότυπα του ιδιωτικού τομέα) με ανακατανομή τους σε όλη την επικράτεια σε φορείς και παραρτήματα υπηρεσιών που υπολειτουργούν (αποσυμφόρηση των υπηρεσιών των μεγάλων αστικών κέντρων). Φυσικά η χρηματοδότηση των μέτρων αυτών μπορεί, σε πρώτη φάση, να καλυφτεί μέσω βραχυχρόνιου δανεισμού (εντόκων γραμματίων δημοσίου) και από την συγκέντρωση κονδυλίων από την αποκοπή των επιδομάτων μπόνους ανωτάτων στελεχών των δημοσίων φορέων που όμως θα εξαιρεθούν από το καθεστώς της εφεδρείας. Η κατάργηση του θεσμού της μονιμότητας είναι επίσης επιτακτική καθώς η ανάγκη επιβίωσης σε ένα εργασιακό περιβάλλον ανταγωνιστικό αυξάνει την παραγωγικότητα, μειώνει την αδράνεια και κάνει τον δημόσιο τομέα περισσότερο ευέλικτο. Στο κομμάτι των ΔΕΚΟ, εδώ θα πρέπει να υπάρξει ένας βασικός διαχωρισμός όσο αφορά την κερδοφορία ή όχι των ΔΕΚΟ. Υπάρχουν 3 κατηγορίες εδώ: επιχειρήσεις & φορείς κερδοφόρες, ζημιογόνες και κάποιες που λειτουργούν στο επίπεδο του κόστους. Η διατήρηση των πρώτων είναι προφανής, για τις δεύτερες θα πρέπει να είτε να κλείσουν είτε να απορροφηθούν μερικώς (μερικές βασικές λειτουργίες τους κυρίως) από τις κερδοφόρες ενώ οι τελευταίες θα πρέπει να αναδιαρθρωθούν κυρίως μέσω της εκχώρησης του μάνατζμεντ σε ιδιώτες.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…)

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

ΜΙΑ ΕΞΙΣΩΣΗ... 1000 ΛΕΞΕΙΣ (Part 2)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ…)

Όπως αναφέρθηκε και στο προηγούμενο άρθρο, οι βασικές μεταβλητές της οικονομίας είναι η κατανάλωση (C), οι ιδιωτικές επενδύσεις (I), οι δημόσιες δαπάνες (G) και το εμπορικό πλεόνασμα (ή έλλειμμα) (X M). Και τα τέσσερα αυτά μεγέθη έχουν θετική συναρτησιακή σχέση με το συνολικό παραγόμενο εισόδημα και δρώντας καταλυτικά το αυξάνουν (ή το μειώνουν σε περιόδους υφέσεων και κρίσεων όπου όλα τα μεγέθη φθίνουν) γεγονός που σηματοδοτεί ανάπτυξη (ή ύφεση) όπως ορίζει η εξίσωση Y = C + I + G + X M. Προχωρώντας στην περίπτωση της Ελλάδας, παρατηρείται μια σειρά λανθασμένων πολιτικών σε οικονομικό κυρίως κομμάτι που οδηγούν στην τωρινή φάση, εκείνη της μνημονιακής εποχής όπου η ελληνική οικονομία συρρικνώνεται ολοένα και περισσότερο σε όλους τους τομείς και βυθίζεται ακόμα πιο βαθειά στην ύφεση.

Η αιτία του κακού φυσικά είναι μία από τις βασικές μεταβλητές στην θεμελιώδη εξίσωση του εισοδήματος, η μεταβλητή των δημοσίων δαπανών (G). Προκειμένου να περικοπούν οι δημόσιες δαπάνες – σπατάλες, λόγω δημοσιονομικής πειθαρχίας όπως ορίζει η τρόικα, γίνεται εντατικοποίηση της φορολογικής πολιτικής (μέσω αυξήσεων στο ΦΠΑ, μείωσης του αφορολογήτου ορίου, καταβολή έκτατης εισφοράς κ.α.) γεγονός που περιορίζει αρκετά την ροπή των καταναλωτών για κατανάλωση (C) λόγω μείωσης του εισοδήματός τους. Αντιστοίχως οι ελάχιστες καταθέσεις που σώζονται στις τράπεζες, με την φορολογική επιβάρυνση μειώνονται ακόμα περισσότερο οδηγώντας έτσι σε κλείσιμο της κάνουλας παροχής δανείων προς τις επιχειρήσεις και τελικώς την μείωση της μεταβλητής των επενδύσεων (I). Αποτέλεσμα το ΑΕΠ να μειώνεται συνεχώς μίας και όλη  η διαδικασία έχει κυκλική επίδραση και δρα πολλαπλασιαστικά σε όλα τα μεγέθη της οικονομίας. Αυτό είναι και το βασικό επακόλουθο μιας πολιτικής που επιβάλλει δημοσιονομική πειθαρχία χωρίς όρους σε περίοδο κρίσης.

Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι στην βάση του κανονιστικό αλλά ουσιαστικό. Η οικονομία έχει ανάγκη από ρύθμιση και αναδιάρθρωση με σκοπό την επίτευξη θετικών ρυθμών ανάπτυξης αλλά και δημοσιονομικής πειθαρχίας μέσω της διατήρησης του επιπέδου των δημοσίων δαπανών σε κανονικά πλαίσια (βάση συνθήκης Μάαστριχτ). Για να γίνει αυτό πρέπει να σταματήσει ή να αναθεωρηθεί η λογική του μνημονίου. Το κούρεμα του χρέους κατά 50% δεν είναι από μόνο του λύση, αλλά αποτελεί μια «καλή» αρχή για να σχηματιστεί ένα γενικότερο πλαίσιο ανάπτυξης. Τα φορολογικά μέτρα πρέπει να σταθεροποιηθούν πλέον, πρώτον διότι με φθίνουσα την φορολογική ικανότητα του έλληνα μακροπρόθεσμα εξαλείφεται ο μοναδικός μηχανισμός εσόδων του κράτους, δεύτερον δεν αποδίδουν διότι ο μηχανισμός είσπραξης «μπάζει» και τρίτον, η λογική (κυρίως του Έλληνα) λέει πως όταν τα μέτρα γίνονται δυσβάσταχτα για την τσέπη, η ροπή για φοροδιαφυγή αυξάνεται. Γενικότερα ο οριζόντιος χαρακτήρας περικοπών που έχει το μνημόνιο πρέπει αν όχι να εγκαταλειφθεί τουλάχιστον να επαναδιαπραγματευθεί. 

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…)

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011

ΜΙΑ ΕΞΙΣΩΣΗ... 1000 ΛΕΞΕΙΣ (Part 1)


Όταν το 1930 τα πρώτα θεμέλια της κευνσιανής θεωρίας έμπαιναν, άνοιγαν το δρόμο για την διέξοδο από το τρομερό οικονομικό κραχ του '29. Για τους οικονομολόγους η χρονιά του 1930 στην ουσία αποτέλεσε το σημείο μηδέν για την "αναδιάρθρωση" της οικονομικής θεωρίας και την δημιουργία ενός αυτόνομου πεδίου, εκείνου της μακροοικονομικής θεωρίας.

Όπως και στην φυσική, μέσω της θεωρίας της σχετικότητας του Αϊνστάιν, η αναπαράσταση της σύγχρονης θεωρίας έγινε μέσω της περίφημης εξίσωσης E = mc^2, έτσι και στην μακροοικονομική η εξίσωση του εγχώριου προϊόντος Y = C + I + G + (X - M), η οποία και περιγράφει το σύνολο της οικονομίας, έμελλε να γίνει έκτοτε μέχρι και σήμερα το σημείο αναφοράς οικονομικών πολιτικών που στηρίζονται περισσότερο σε δημοσιονομική πολιτική παρά σε νομισματική. Σύμφωνα λοιπόν με την εν λόγω εξίσωση, οι προσδιοριστικοί παράγοντες στην οικονομική ανάπτυξη μιας οικονομίας "ανοικτής" (συμπεριλαμβανομένου και του παράγοντα των εξαγωγών X - M) είναι η κατανάλωση (C), η ιδιωτική επένδυση (I), οι δημόσιες δαπάνες (G) και το εμπορικό πλεόνασμα (ή έλλειμμα για αρνητικό πρόσημο) (X - M). Πολλοί θα πουν: "πως είναι δυνατόν ένα δυναμικό μέγεθος όπως η οικονομία να περιγράφεται από μία τέτοια γραμμική εξίσωση;" Η απάντηση, ναι και όμως είναι. 

Όπως είναι φυσικό μια οικονομία εξαρτάται από μια πλειάδα δυναμικών μεγεθών τα οποία όμως λειτουργούν απλώς σαν μέσα διαμόρφωσης των τιμών των βασικών συντελεστών της εξίσωσης του εισοδήματος. Η εν λόγω εξίσωση αποτέλεσε κύριο ρυθμιστικό όργανο των δημοσιονομικών πολιτικών που ακολουθήθηκαν μεταπολεμικά, ενώ σαν θεωρία αποτέλεσε τη βάση για τις προγραμματικές δηλώσεις τις πλειοψηφίας των σοσιαλιστικών κυβερνήσεων στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης. Ειδικά μετά από την Ευρωπαϊκή Οικονομική Ενοποίηση και την είσοδο της Ελλάδας στο ΕΥΡΩ, η δημοσιονομική πολιτική αποτέλεσε τον μοναδικό άξονα οικονομικής πολιτικής μιας και ο νομισματικός έλεγχος πέρασε πλέον στα χέρια της ΕΚΤ. Το αποτέλεσμα όμως απ’ ότι φαίνεται είναι μάλλον απογοητευτικό και αυτό διότι (όπως πολλές φορές έχει υποστηριχθεί μέσω της παρούσας σελίδας) η ελληνική οικονομική πολιτική αποτέλεσε ένα κακό παράδειγμα δημοσιονομικής πολιτικής.

Όπως είναι ήδη γνωστό, πολλοί είναι αυτοί που φωνάζουν ανάπτυξη και όχι άλλα φορολογικά μέτρα. Είναι τραγικό το γεγονός όμως πως οι περισσότεροι εταίροι μας εντός της ΕΕ αγνοούν έναν απαράβατο κανόνα της οικονομικής πολιτικής, ανάπτυξη έρχεται μέσω γερών βάσεων και στήριξης των οικονομικών στρωμάτων και των ασκούντων την παραγωγική διαδικασία. Η φορολογική εξάντληση με σκοπό την δημοσιονομική πειθαρχία οδηγεί σε περαιτέρω ύφεση και σε αφανισμό των βάσεων μιας οικονομίας. Η εξίσωση Y = C + I + G + (X - M) τα περιγράφει όλα αυτά ως εξής: διατήρηση της φορολογίας σε υψηλά επίπεδα για τα έσοδα του κράτους αποδυναμώνει την κατανάλωση C, η παράλληλη φορολόγηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (που συνδέονται άμεσα με την πρωτογενή κατανάλωση), σε συνδυασμό με την μείωση του ρυθμού των επενδύσεων fast track από μεγαλύτερες επιχειρήσεις, μειώνει περαιτέρω τις επενδύσεις I, ενώ η επιμονή στην δημοσιονομική πειθαρχία και το συμμάζεμα του δημοσίου τομέα – επηρεάζοντας ακόμα και τις ωφέλιμες δαπάνες συρρικνώνει και τον παράγοντα C αφήνοντας τέλος μόνο το εμπορικό πλεόνασμα X - M να κάνει την διαφορά το οποίο πλεόνασμα, απουσίας μίας ενιαίας εμπορικής προώθησης των ελληνικών προϊόντων, δεν μπορεί να συνεισφέρει επαρκώς στην οικονομική ανάπτυξη.   

( ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…)

Προβολές σελίδας